Ο ΣΤΡΑΤΗΣ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΝΟΣΤΟΥ

Είναι πολλοί άνθρωποι ταγμένοι στην ευθύνη, υπεύθυνοι.
Μέρα νύχτα, βρέξει χιονίσει, εκείνοι στο καθήκον, στην έγνοια, μην ξεχάστουν, μη και αφήσουν τίποτα στην τύχη, μή στεναχωρέσουν, μην αδικήσουν, μην κακοκαρδίσουν.
Πονούν, κοπιάζουν, στεγνώνουν, λιώνουν στα πόδια τους, παραμερίζουν επιθυμίες, πόθους και ηδονές, αφανίζονται στην κυριολεξία. Εκείνοι εκεί, στην ευθύνη. Περνούν μιά ζωή ταγμένοι.
Άλλοτε τους αποδίδεται κάποιος έπαινος, κάποια αναγνώριση λιγότερο συχνά, λίγη ευγνωμοσύνη σπάνια. Συνήθως κανείς δεν νοιάζεται. Περνούν τη ζωή τους και πάνε.
Και δεν είναι πως κι εκείνοι δεν θέλησαν τις ομορφιές, δεν είναι πως δεν είχαν επιθυμίες, δεν είναι πώς δεν πόθησαν κι εκείνοι ξεγνοιασιά και ανοιχτές θάλασσες και απέραντες αγκαλιές και θεσπέσιους έρωτες. Όχι, όλα, σαν πλάσματα του Θεού κι εκείνοι, τα θέλησαν, τα πεθύμησαν αλλά τα άφησαν στην άκρη. Γιατί εκείνοι τάχτηκαν, υπηρέτησαν άλλους, θέλησαν να θυσιαστούν  για άλλους, για μια ιδέα, για ένα ιδανικό.
Το περισσότερο που επέτρεψαν στον εαυτό ήταν ο νόστος και το γλυκό του ήμερο άλγος. Το πιό πολύ που μάκρυναν από το χρέος ήταν ο νόστος, ένα νοερό ταξίδι σε γη μακρυνή, παράξενα ωραία, μια ιδανική φανταστική αγκαλιά να κρυφτούν απ᾽ τη σκληρότητα της ζήσης. Στην εικόνα μιας θάλασσας ανοιχτής αρκέστηκαν και σε λίγες μεθυσμένες κουβέντες τα βράδυα σε χαμοταβέρνες και σε σεμνά καφενεία. Εκεί με φίλους λίγους, καρδιακούς μοιράζονται νόστο και δάκρυ και εξολομογήσεις. Και κοιτάζονται, και βλέπουν μακρυά τη ζωή που πέρασε και βεβαιώνουν ο ένας στον άλλο πως άμα πεθάνουν θα ταξιδέψουν, θα πάνε κι εκείνοι σε άλλα μέρη μακρυνά που έχει έρωτα και ανοιχτές αγκαλιές κι άφατη χαρά που δεν περιγράφεται και δεν ιστορείται. Τέτοια χαρά θα πάρουν, υπόσχονται και τάζουν ο ένας στον άλλο με βεβαιότητα. Τόση χαρά που μονάχα άγελλοι γνώρισαν και μικρομάνες γεύτηκαν κι αναστημένοι είδαν από μακρυά σε οράματα αλλόκοτα υπερφυσικά.
Και πίνουν ρακές κεκραμένες δάκρυ, κρασί μεμειγμένο καημό, αλκοόλ ραντισμένο νόστο και βάζουν ο ένας τον άλλο να υποσχεθεί, να τάξει πως άμα πεθάνει ο ένας πρώτος, ο άλλος θα μεριμνήσει, θα φροντίσει να βάλει γερά άλμπουρα στο σκαρί, γερά κουπία και πυξίδα καινούργια για να μη χαθεί μέσα στο σκοτεινό του θάνατου κράτος και δεν φτάσει ποτέ στη χώρα της χαράς, εκεί όπου έχει έρωτα και χαρά και αγκαλιά ανοιχτή και παρέα μεγάλη αμέριμνη που πίνει ρακές χωρίς καημό και κρασί χωρίς νόστο.

Share This

Blog

ΟΙ ΦΙΛΟΙ

  Εμένα οι φίλοι μου είναι κάτι άνθρωποι

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Γιά την επέτειο της Αλώσεως της Πόλης. Για

Newsletter

If you would like to receive our news first, give us a name and an email

wait a minute...

This website uses cookies to ensure you get the best experience on our website.