ΑΛΗΘΙΝΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Ήτανε δεν ήτανε 14 χρονών τότε που ήρθαν με τις βαρειές μοτοσυκλέτες τους να τους ψάχνουν.
Φώναζαν και χτυπούσαν τις μπότες τους στις πλάκες της αυλής και στα ξύλινα σκαλοπάτια.
Ήταν σα να έσκαγαν οβίδες καθως ανεβοκατέβαιναν στο ανώγι μήπως βρουν τίποτα στα υπνοδωμάτια.
Έψαξαν παντού, στο σπίτι, στους αχυρώνες στο στάβλο με τα ζώα. Δε βρήκαν τίποτα.
Ακούγονταν να βρίζουν άσχημα κι όταν είδαν πως δεν ήτανε κανένας Ιταλός κρυμένος έφυγαν όπως ήρθαν οι φοβεροί Γερμανοί με τις σταχτιές στολές τους και τα άχρωμα σκοτεινά μάτια τους.
Εκείνη είχε ζαρώσει σε μια γωνίτσα της αυλής κι έτρεμε σαν το φυλλαράκι σε καταιγίδα.
Οι γονείς και τ᾽αδέλφια της κι εκείνοι μαζεμένοι στην αυλή με σκυμένα κεφάλια και τον φόβο στα μάτια.
Εκείνοι όμως δεν ήξεραν τί είχε κάνει λίγες ώρες πριν όταν εμφανίστηκε φοβισμένος με σκισμένα ρούχα αξύριστος και ταλαιπωρημένος μπροστά της που έπαιζε στην πίσω αυλή.
Ήταν ωραίος με ξανθά μαλλιά , ψηλός κι είχε όμορφα χείλη που έτρεμαν από φόβο κι αγωνία.
Εκείνη τον λυπήθηκε.
Ήξερε, είχε ακούσει πως τους κυνηγάνε οι Γερμανοί πιά και αποφάσισε χωρίς να ρωτήσει κανένα απο τους δικούς της να τον βοηθήσει.
Τον πήρε απ᾽το χέρι, του είπε με χειρονομίες να μη μιλά και τον έκρυψε στο σπιτάκι που είχε σκάψει στο χώμα στον όχτο πίσω απο το σπίτι.
Μπροστά είχε θάμνους που το έκρυβαν και μια ροδιά όμορφη στρογγυλή και κοντούλα που έκανε ωραία ζουμερά ρόδια.
Εκεί έπαιζε μέχρι και ένα χρόνο πριν όταν ακόμα ήταν παιδούλα. Μετά της το απαγόρεψε η μάνα της που έγινε πιά γυναίκα λέει και δεν έπρεπε να φέρεσαι σαν παιδάκι.Εκείνη όμως πήγαινε εκεί κρυφά συχνά και συγύριζε. Είχε ένα ολόκληρο σπιτικό εκεί φτιαγμένο εκεί. Κρεβατάκι, σκαμνάκια, σκεπάσματα.
Εκεί τον έκρυψε κι έφυγε.
Ύστερα ήρθαν εκείνοι και σκιάχτηκε πολύ και σκεφτότανε πως δεν έπρεπε να κάνει τέτοιο ανόητο πράμα και να βάλει τους δικούς της σε κίνδυνο.
Όταν έφυγαν έβαλε τα κλάματα κι έτρεξε στην μάνα της. Την αγκάλιασε κι έκλαψε πολύ με λυγμούς. Μετά της είπε τι είχε κάνει.
Δεν την μάλωσε κανείς στο σπίτι. Δεν είπαν τίποτα.
Περίμεναν να σκοτεινιάσει και του πήγαν φαί.
Τον κράτησαν μέρες, μήνες πολλούς και τον φρόντισαν.
Πέρασε ο καιρός έφυγαν οι Γερμανοί βγήκε κι εκείνος απ᾽ το σπιτάκι.
Έβαλε το κλάματα άμα είδε τον ήλιο.
Ήταν πάντα ψηλός, ξανθός, όμορφος με ωραία χείλια και ένα πλατύ χαμόγελο που όταν ερχόταν στο πρόσωπό του, ήτανε σα να ξημέρωνε ανοιξιάτικη μέρα.
Έμεινε μαζί τους λίγο ακόμα καιρό και έφυγε για την πατρίδα του. Η καρδιά της σπάραξε. Ήξερε πως δεν θα τον ξαναδεί.
Πέρασε ένας χρόνος και ξάφνου ένα μεσημέρι άκουσε τα βήματα του στην πόρτα. Τα γνώριζε. Όλοι οι ερωτευμένοι γνωρίζουν το βήμα το αγαπημένο.
Την αγκάλιασε κι εκείνος σφικτά, τρυφερά, παντοτινά.
Παντρεύτηκαν κι έζησαν μαζί όλη τη ζωή τους. Έστησε εκεί έναν μύλο Πυρράντζελο, εκεί, έξω απ᾽ τον Κέδρο στα έξω μέρη του Θεσσαλικού κάμπου στις παρυφές των Αγράφων.
Ακόμα σήμερα βαστά ο μύλος και ακόμα αλέθει στάρια και βγάνει το καλύτερο αλεύρι του κάμπου αφού είναι καμωμένο με έρωτα κι αγάπη.
Γ. Κ. 20-8-2020

Share This

Blog

ΟΙ ΦΙΛΟΙ

  Εμένα οι φίλοι μου είναι κάτι άνθρωποι

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Γιά την επέτειο της Αλώσεως της Πόλης. Για

Newsletter

If you would like to receive our news first, give us a name and an email

wait a minute...

This website uses cookies to ensure you get the best experience on our website.